Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σερσέμης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανόητος, χαζός Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, αρχική έκδοση 1954.
    • «Θα μου τα έδινε όλα!» δεν την άκουγε. «Δεν πρόλαβα... Μπήκε στη μέση και σκοτώθηκε ο σερσέμης!». Ο Ιορδάνης, αυτός που έκανε πως αγαπούσε και σεβόταν τον Αβραάμα Χατζηαβράμογλου, τώρα μιλούσε με μίσος για εκείνον και τον αποκαλούσε «σερσέμη», ο ασεβής! Το χέρι της έφυγε από μόνο του και έπεσε πάνω στο καλοξουρισμένο του μάγουλο, έπεσε με δύναμη περισσή. Άκου να πει σερσέμη τον νεκρό άνθρωπο!

Ετυμολογία

σερσέμης < (άμεσο δάνειο) τουρκική sersem < περσική سرسام (sarsām, μηνιγγίτιδα, παραλήρημα) < سر (sar, κεφάλι) + سام (sām, πρήξιμο)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσερσέμηςσερσέμηςσερσέμης
Γενικήσερσέμησερσέμησερσέμη
Αιτιατικήσερσέμησερσέμησερσέμη
Κλητικήσερσέμησερσέμησερσέμη

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσερσέμηδεςσερσέμηδεςσερσέμηδες
Γενικήσερσέμηδωνσερσέμηδωνσερσέμηδων
Αιτιατικήσερσέμηδεςσερσέμηδεςσερσέμηδες
Κλητικήσερσέμηδεςσερσέμηδεςσερσέμηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →