σερσένι
•
- εντομολογίαέντομο της τάξης των Υμενόπτερων που μοιάζει με μεγάλη σφήκα Βικιλεξικό
- Μεγάλη κόκκινη σφήκα, σερσένι, βούϊξε γύρω και καρφώθηκε στο μάγουλο του νεκρού βυζαίνοντας το αίμα της πληγής, ενώ η αιχμηρή κίτρινη κοιλιά της... (Νίκος Αθανασιάδης, Θύελλα και Γαλήνη Δορικός, 1975, σελ. 172)
Ετυμολογία
σερσένι < (άμεσο δάνειο) πρωτοσλαβική *sьrxy
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σερσένι | σερσένια |
| Γενική | σερσενιού | σερσενιών |
| Αιτιατική | σερσένι | σερσένια |
| Κλητική | σερσένι | σερσένια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →