σεχταριστικός
•
- που έχει σχέση με τον σεχταρισμό ή τον σεχταριστή ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σεχταριστικός < σεχταριστής + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική sectaire)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σεχταριστικός | σεχταριστική | σεχταριστικό |
| Γενική | σεχταριστικού | σεχταριστικής | σεχταριστικού |
| Αιτιατική | σεχταριστικό | σεχταριστική | σεχταριστικό |
| Κλητική | σεχταριστικέ | σεχταριστική | σεχταριστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σεχταριστικοί | σεχταριστικές | σεχταριστικά |
| Γενική | σεχταριστικών | σεχταριστικών | σεχταριστικών |
| Αιτιατική | σεχταριστικούς | σεχταριστικές | σεχταριστικά |
| Κλητική | σεχταριστικοί | σεχταριστικές | σεχταριστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →