σηκώνω το χέρι
•
- ζητώ το λόγο για να μιλήσω Βικιλεξικό
- ψηφίζω, συμμετέχω σε ψηφοφορία με ανάταση της χειρός Βικιλεξικό
- χειροδικώ, ή απειλώ να χτυπήσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σηκώνω το χέρι, < → δείτε τις λέξεις σηκώνω και χέρι.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →