σημαίνον
•
- γλωσσολογίαο ήχος μιας λέξης (ή η οπτική αναπαράστασή της στο γραπτό λόγο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σημαίνον < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής ενεργητικού ενεστώτα του σημαίνω: αυτό που σημαίνει κάτι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →