σημαδεμένος
•
- που τον έχουν σημαδέψει Βικιλεξικό
- που έχει ένα χαρακτηριστικό σημάδι, πχ ουλή Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου η ζωή τού άφησε δυσεπούλωτα ψυχικά τραύματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σημαδεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου σημαδεύω
Άλλοι τύποι
σημαδεμένασημαδεμένεσημαδεμένεςσημαδεμένησημαδεμένηςσημαδεμένοσημαδεμένοισημαδεμένοςσημαδεμένουσημαδεμένουςσημαδεμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →