Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σημαδεμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που τον έχουν σημαδέψει Βικιλεξικό
  2. που έχει ένα χαρακτηριστικό σημάδι, πχ ουλή Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπου η ζωή τού άφησε δυσεπούλωτα ψυχικά τραύματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σημαδεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου σημαδεύω

Άλλοι τύποι

σημαδεμένασημαδεμένεσημαδεμένεςσημαδεμένησημαδεμένηςσημαδεμένοσημαδεμένοισημαδεμένοςσημαδεμένουσημαδεμένουςσημαδεμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →