σημαδούρα
•
- αντικείμενο που επιπλέει στη θάλασσα και είναι δεμένο σε άγκυρα· χρησιμοποιείται για να καταδείξει μια περιοχή ή κάτι που βρίσκεται στο βυθό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σημαδούρα < σημάδ(ι) + -ούρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σημαδούρα | σημαδούρες |
| Γενική | σημαδούρας | σημαδουρών |
| Αιτιατική | σημαδούρα | σημαδούρες |
| Κλητική | σημαδούρα | σημαδούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →