σημαιοστολισμός
•
- η ενέργεια του σημαιοστολίζω, η ανάρτηση σημαιών σε ένα χώρο για το στολισμό του, ιδιαίτερα σε εθνικές επετείους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σημαιοστολισμός < σημαιοστολίζω + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σημαιοστολισμός | σημαιοστολισμοί |
| Γενική | σημαιοστολισμού | σημαιοστολισμών |
| Αιτιατική | σημαιοστολισμό | σημαιοστολισμούς |
| Κλητική | σημαιοστολισμέ | σημαιοστολισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →