σημαιοφορία
•
- λόγιοη τιμητική ανάθεση σε μαθητή ή μαθήτρια να φέρει τη σημαία, κυρίως σε σχολικές παρελάσεις Βικιλεξικό
- Οργή για αποκλεισμό μαθητή με αυτισμό από τη σημαιοφορία στη μαθητική παρέλαση (www.ethnos.gr, 26.10.2025)
Ετυμολογία
σημαιοφορία < σημαιοφόρος + -ία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →