σημασιολογικός
•
- σχετικός με τη σημασιολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σημασιολογικός < σημασιολογία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σημασιολογικός | σημασιολογική | σημασιολογικό |
| Γενική | σημασιολογικού | σημασιολογικής | σημασιολογικού |
| Αιτιατική | σημασιολογικό | σημασιολογική | σημασιολογικό |
| Κλητική | σημασιολογικέ | σημασιολογική | σημασιολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σημασιολογικοί | σημασιολογικές | σημασιολογικά |
| Γενική | σημασιολογικών | σημασιολογικών | σημασιολογικών |
| Αιτιατική | σημασιολογικούς | σημασιολογικές | σημασιολογικά |
| Κλητική | σημασιολογικοί | σημασιολογικές | σημασιολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →