σηματολογώ
•
- ναυτικός όροςδημιουργώ με λεπτότητα ένα σήμα πλοίου τηρώντας τα κριτήρια που το κάνουν ένα Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςβάζω ένα πλοίο στο νηολόγιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σηματολογώ < σήμα + -ο- + -λογώ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σηματολογώ | σηματολογείς | σηματολογεί | σηματολογούμε | σηματολογείτε | σηματολογούν / σηματολογούνε |
| Παρατατικός | σηματολογούσα | σηματολογούσες | σηματολογούσε | σηματολογούσαμε | σηματολογούσατε | σηματολογούσαν / σηματολογούσανε |
| Αόριστος | σηματολόγησα | σηματολόγησες | σηματολόγησε | σηματολογήσαμε | σηματολογήσατε | σηματολογήσαν / σηματολογήσανε / σηματολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα σηματολογήσω / θα σηματολογώ | θα σηματολογήσεις / θα σηματολογείς | θα σηματολογήσει / θα σηματολογεί | θα σηματολογήσουμε / θα σηματολογούμε | θα σηματολογήσετε / θα σηματολογείτε | θα σηματολογήσουν / θα σηματολογήσουνε / θα σηματολογούν / θα σηματολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω σηματολογήσει | έχεις σηματολογήσει | έχει σηματολογήσει | έχουμε σηματολογήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σηματολογήσει | είχες σηματολογήσει | είχε σηματολογήσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σηματολογήσει / να σηματολογήσω / να σηματολογώ | να έχεις σηματολογήσει / να σηματολογήσεις / να σηματολογείς | να έχει σηματολογήσει / να σηματολογήσει / να σηματολογεί | να έχουμε σηματολογήσει / να σηματολογήσουμε / να σηματολογούμε | να σηματολογήσετε / να σηματολογείτε | να σηματολογήσουν / να σηματολογήσουνε / να σηματολογούν / να σηματολογούνε |
| Προστακτική | — | σηματολόγει / σηματολόγησε | — | — | σηματολογήστε / σηματολογείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σηματολογήθηκασηματολογούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →