Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σηματολογώ

/si.ma.to.loˈɣo/ρήμα
•
  1. ναυτικός όροςδημιουργώ με λεπτότητα ένα σήμα πλοίου τηρώντας τα κριτήρια που το κάνουν ένα Βικιλεξικό
  2. ναυτικός όροςβάζω ένα πλοίο στο νηολόγιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σηματολογώ < σήμα + -ο- + -λογώ

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσηματολογώσηματολογείςσηματολογείσηματολογούμεσηματολογείτεσηματολογούν / σηματολογούνε
Παρατατικόςσηματολογούσασηματολογούσεςσηματολογούσεσηματολογούσαμεσηματολογούσατεσηματολογούσαν / σηματολογούσανε
Αόριστοςσηματολόγησασηματολόγησεςσηματολόγησεσηματολογήσαμεσηματολογήσατεσηματολογήσαν / σηματολογήσανε / σηματολόγησαν
Μέλλονταςθα σηματολογήσω / θα σηματολογώθα σηματολογήσεις / θα σηματολογείςθα σηματολογήσει / θα σηματολογείθα σηματολογήσουμε / θα σηματολογούμεθα σηματολογήσετε / θα σηματολογείτεθα σηματολογήσουν / θα σηματολογήσουνε / θα σηματολογούν / θα σηματολογούνε
Παρακείμενοςέχω σηματολογήσειέχεις σηματολογήσειέχει σηματολογήσειέχουμε σηματολογήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα σηματολογήσειείχες σηματολογήσειείχε σηματολογήσει———
Υποτακτικήνα έχω σηματολογήσει / να σηματολογήσω / να σηματολογώνα έχεις σηματολογήσει / να σηματολογήσεις / να σηματολογείςνα έχει σηματολογήσει / να σηματολογήσει / να σηματολογείνα έχουμε σηματολογήσει / να σηματολογήσουμε / να σηματολογούμενα σηματολογήσετε / να σηματολογείτενα σηματολογήσουν / να σηματολογήσουνε / να σηματολογούν / να σηματολογούνε
Προστακτική—σηματολόγει / σηματολόγησε——σηματολογήστε / σηματολογείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

σηματολογήθηκασηματολογούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →