σηματολόγιο
•
- ναυτικός όροςβιβλίο που καταγράφει και ορίζει τα ναυτικά σήματα Βικιλεξικό
- βιβλίο του υπουργείου οικονομικών που είναι καταγεγραμμένα όλα τα εμπορικά σήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σηματολόγιο < σηματο- (σήμα) + -λόγιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σηματολόγιο | σηματολόγια |
| Γενική | σηματολογίου / σηματολόγιου | σηματολογίων / σηματολόγιων |
| Αιτιατική | σηματολόγιο | σηματολόγια |
| Κλητική | σηματολόγιο | σηματολόγια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →