Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σημείο αναφοράς

ουσιαστικό
•
  1. κάποιος ή κάτι στο οποίο ανατρέχουμε όταν θέλουμε την πρωταρχική, επικρατέστερη ή πλέον εμπεριστατωμένη άποψη για ένα θέμα Βικιλεξικό
  2. μέτρο σύγκρισης Βικιλεξικό
    • οι ΗΠΑ είναι το σημείο αναφοράς για όλους τους οικονομολόγους
  3. κατ’ επέκτασηγεγονός που αναφέρεται ως μέτρο σύγκρισης (για παρόμοια γεγονότα) Βικιλεξικό
    • η δίκη της Νυρεμβέργης είναι το κατεξοχήν σημείο αναφοράς για όλες τις κατοπινές δίκες εγκληματιών πολέμου
  4. συγκεκριμένο σημείο στο χώρο που ορίζεται ως βάση για την μέτρηση και τον προσδιορισμό της θέσης άλλων σημείων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σημείο αναφοράς < → δείτε τις λέξεις σημείο και αναφορά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →