σημείο αναφοράς
•
- κάποιος ή κάτι στο οποίο ανατρέχουμε όταν θέλουμε την πρωταρχική, επικρατέστερη ή πλέον εμπεριστατωμένη άποψη για ένα θέμα Βικιλεξικό
- μέτρο σύγκρισης Βικιλεξικό
- οι ΗΠΑ είναι το σημείο αναφοράς για όλους τους οικονομολόγους
- κατ’ επέκτασηγεγονός που αναφέρεται ως μέτρο σύγκρισης (για παρόμοια γεγονότα) Βικιλεξικό
- η δίκη της Νυρεμβέργης είναι το κατεξοχήν σημείο αναφοράς για όλες τις κατοπινές δίκες εγκληματιών πολέμου
- συγκεκριμένο σημείο στο χώρο που ορίζεται ως βάση για την μέτρηση και τον προσδιορισμό της θέσης άλλων σημείων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σημείο αναφοράς < → δείτε τις λέξεις σημείο και αναφορά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →