Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σημειακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται ή αποτελείται από σημεία Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραπου αποτελείται από ένα μόνο σημείο Βικιλεξικό
  3. ειδικότεραπου θεωρείται ως ένα σημείο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σημειακός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσημειακόςσημειακήσημειακό
Γενικήσημειακούσημειακήςσημειακού
Αιτιατικήσημειακόσημειακήσημειακό
Κλητικήσημειακέσημειακήσημειακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσημειακοίσημειακέςσημειακά
Γενικήσημειακώνσημειακώνσημειακών
Αιτιατικήσημειακούςσημειακέςσημειακά
Κλητικήσημειακοίσημειακέςσημειακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →