Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σημιτάνθρωπος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςάνθρωπος του Κ. Σημίτη (π. πρωθυπουργού της Ελλάδας) Βικιλεξικό
  2. οπαδός του Κ. Σημίτη (εκ του πολιτικού περιβάλλοντος του ΠΑΣΟΚ) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σημιτάνθρωπος, < Σημίτης + άνθρωπος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσημιτάνθρωποςσημιτάνθρωποι
Γενικήσημιτάνθρωπου / σημιτανθρώπουσημιτάνθρωπων / σημιτανθρώπων
Αιτιατικήσημιτάνθρωποσημιτάνθρωπους / σημιτανθρώπους
Κλητικήσημιτάνθρωπεσημιτάνθρωποι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →