σημύδα
•
- δέντροφυλλοβόλο δέντρο του γένους Betula με πλατιά οδοντωτά ωοειδή φύλλα, λευκό φλοιό, και καρπό που μοιάζει με μικρό πτερύγιο· από το ξανθό ξύλο του δέντρου φτιάχνονται έπιπλα Βικιλεξικό
- Η φύτευση δέντρων και μάλιστα σημύδων κατά μήκος πολυσύχναστων λεωφόρων μπορεί να μειώσει μέχρι και στο μισό τη μόλυνση από επικίνδυνους για την υγεία ρύπους (* εφημερίδα Τα Νέα)
Ετυμολογία
σημύδα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σημύδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σημύδα | σημύδες |
| Γενική | σημύδας | σημύδων |
| Αιτιατική | σημύδα | σημύδες |
| Κλητική | σημύδα | σημύδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →