σηπτίνη
•
- χημείαδηλητηριώδης ουσία που εμφανίζεται σε αποσυνθεμένο κρέας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σηπτίνη < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική sepsine < αρχαία ελληνική σηπτός < σήπομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σηπτίνη | σηπτίνες |
| Γενική | σηπτίνης | σηπτινών |
| Αιτιατική | σηπτίνη | σηπτίνες |
| Κλητική | σηπτίνη | σηπτίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →