σηπτικός
•
- που πάσχει από σήψη Βικιλεξικό
- σηπτικός ασθενής
- που προκαλεί σήψη Βικιλεξικό
- σηπτικό τραύμα
- Η σηπτική δεξαμενή κατασκευάζεται στεγανή και διαμορφούται ούτως ώστε, τα λύματα να εισέρχωνται εκ του ενός άκρου, να ρέουν βραδέως και ομοιομόρφως κατά μήκος αυτής και μετά την καθίζησιν να εξέρχωνται εκ του ετέρου άκρου (ΦΕΚ-138/Β/24-2-65)
- που συνοδεύεται ή προκαλείται από σήψη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σηπτικός < αρχαία ελληνική
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σηπτικός | σηπτική | σηπτικό |
| Γενική | σηπτικού | σηπτικής | σηπτικού |
| Αιτιατική | σηπτικό | σηπτική | σηπτικό |
| Κλητική | σηπτικέ | σηπτική | σηπτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σηπτικοί | σηπτικές | σηπτικά |
| Γενική | σηπτικών | σηπτικών | σηπτικών |
| Αιτιατική | σηπτικούς | σηπτικές | σηπτικά |
| Κλητική | σηπτικοί | σηπτικές | σηπτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →