Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σηραγγώδης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με σήραγγα, αναφέρεται σ’ αυτή ή είναι γεμάτος σήραγγες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σηραγγώδης < ελληνιστική κοινή σηραγγώδης < αρχαία ελληνική σῆραγξ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσηραγγώδηςσηραγγώδηςσηραγγώδες
Γενικήσηραγγώδουςσηραγγώδουςσηραγγώδους
Αιτιατικήσηραγγώδησηραγγώδησηραγγώδες
Κλητικήσηραγγώδη / σηραγγώδηςσηραγγώδηςσηραγγώδες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσηραγγώδειςσηραγγώδειςσηραγγώδη
Γενικήσηραγγωδώνσηραγγωδώνσηραγγωδών
Αιτιατικήσηραγγώδειςσηραγγώδειςσηραγγώδη
Κλητικήσηραγγώδειςσηραγγώδειςσηραγγώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →