Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σηρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςμεταξωτός, μεταξένιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σηρικός < ελληνιστική κοινή σηρικός < Σήρ < κινεζική 絲 (si, μετάξι)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσηρικόςσηρικήσηρικό
Γενικήσηρικούσηρικήςσηρικού
Αιτιατικήσηρικόσηρικήσηρικό
Κλητικήσηρικέσηρικήσηρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσηρικοίσηρικέςσηρικά
Γενικήσηρικώνσηρικώνσηρικών
Αιτιατικήσηρικούςσηρικέςσηρικά
Κλητικήσηρικοίσηρικέςσηρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →