Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σησαμόπολτος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γαστρονομίαπολτός από σουσάμι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σησαμόπολτος < ελληνιστική κοινή σησάμη + -ό- + πολτός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσησαμόπολτοςσησαμόπολτοι
Γενικήσησαμόπολτουσησαμόπολτων
Αιτιατικήσησαμόπολτοσησαμόπολτους
Κλητικήσησαμόπολτεσησαμόπολτοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

σησαμοπολτός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο παχύρρευστος πολτός που προέρχεται από κατεργασία σπόρων σουσαμιάς, μετά την αποφλοίωση, έκθλιψη και την αφαίρεση του σησαμελαίου και που χρησιμοποιείται στη παρασκευή ταχινόσουπας, χαλβά. παστελιών κ.ά.. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σησαμοπολτός < σησάμι + πολτός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσησαμοπολτόςσησαμοπολτοί
Γενικήσησαμοπολτούσησαμοπολτών
Αιτιατικήσησαμοπολτόσησαμοπολτούς
Κλητικήσησαμοπολτέσησαμοπολτοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →