σηψαιμικός
•
- που έχει σχέση με την σηψαιμία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σηψαιμικός < σηψαιμία + -ικός ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική septicémique)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σηψαιμικός | σηψαιμική | σηψαιμικό |
| Γενική | σηψαιμικού | σηψαιμικής | σηψαιμικού |
| Αιτιατική | σηψαιμικό | σηψαιμική | σηψαιμικό |
| Κλητική | σηψαιμικέ | σηψαιμική | σηψαιμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σηψαιμικοί | σηψαιμικές | σηψαιμικά |
| Γενική | σηψαιμικών | σηψαιμικών | σηψαιμικών |
| Αιτιατική | σηψαιμικούς | σηψαιμικές | σηψαιμικά |
| Κλητική | σηψαιμικοί | σηψαιμικές | σηψαιμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →