Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σηψαιμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την σηψαιμία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σηψαιμικός < σηψαιμία + -ικός ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική septicémique)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσηψαιμικόςσηψαιμικήσηψαιμικό
Γενικήσηψαιμικούσηψαιμικήςσηψαιμικού
Αιτιατικήσηψαιμικόσηψαιμικήσηψαιμικό
Κλητικήσηψαιμικέσηψαιμικήσηψαιμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσηψαιμικοίσηψαιμικέςσηψαιμικά
Γενικήσηψαιμικώνσηψαιμικώνσηψαιμικών
Αιτιατικήσηψαιμικούςσηψαιμικέςσηψαιμικά
Κλητικήσηψαιμικοίσηψαιμικέςσηψαιμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →