Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σθεναρά

επίρρημα
•
  1. με ψυχική δύναμη Βικιλεξικό
    • Λέει αυτό που πρεσβεύει και το υποστηρίζει σθεναρά, στο μέτρο που το πιστεύει. Για αυτό και θα τον δούμε να καταγγέλλει τη «γυναικουλίστικου πνεύματος προετοιμασία» που απαιτείται για να γίνει μια στρατιωτική παρέλαση (Εφτά νοητικές σημειώσεις πάνω στο έργο του Γιώργου Ιωάννου, 28/3/2025 https://antifono.gr/efta-noitikes-simeioseis-pano-sto-ergo-tou-giorgou-ioannou/)

Ετυμολογία

σθεναρά < σθεναρός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →