σιάζω
•
- προφορικόισιάζω, κάνω κάτι Βικιλεξικό
- Ξανασηκώνεται και σιάζει τη φωτογραφία του πατέρα του, που πέφτει λίγο λοξά. (Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)
- Νύχτα και μέρα πάντα κοπιάζει, κόβει το ξύλο με το πριόνι, κάθε κομμάτι πλανιάρει, σιάζει και το φιλιάζει και το καρφώνει. (Στέφανος Μαρτζώκης, Ο ξυλοκόπος, Ballades, Ζάκυνθος 1889, σσ. 112-113)
- προφορικόισιάζω, κάνω κάτι Βικιλεξικό
- προφορικόισιάζω, κάνω κάτι Βικιλεξικό
- προφορικόισιάζω, κάνω κάτι Βικιλεξικό
- προφορικόδιορθώνομαι, φτιάχνομαι, τακτοποιούμαι Βικιλεξικό
- προφορικόγίνομαι καλά, αναρρώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιάζω < μεσαιωνική ελληνική σιάζω ή ἰσιάζω < ἴσ(ιος) + -άζω < αρχαία ελληνική ἰσάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σιάζω | σιάζεις | σιάζει | σιάζουμε | σιάζετε | σιάζουν / σιάζουνε |
| Παρατατικός | έσιαζα | έσιαζες | έσιαζε | σιάζαμε | σιάζατε | έσιαζαν / σιάζαν / σιάζανε |
| Αόριστος | έσιαξα | έσιαξες | έσιαξε | σιάξαμε | σιάξατε | έσιαξαν / σιάξαν / σιάξανε |
| Μέλλοντας | θα σιάζω / θα σιάξω | θα σιάζεις / θα σιάξεις | θα σιάζει / θα σιάξει | θα σιάζουμε / θα σιάξουμε | θα σιάζετε / θα σιάξετε | θα σιάζουν / θα σιάζουνε / θα σιάξουν / θα σιάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω σιάξει | έχεις σιάξει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σιάξει | είχες σιάξει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σιάξει / να σιάζω / να σιάξω | να έχεις σιάξει / να σιάζεις / να σιάξεις | να σιάζει / να σιάξει | να σιάζουμε / να σιάξουμε | να σιάζετε / να σιάξετε | να σιάζουν / να σιάζουνε / να σιάξουν / να σιάξουνε |
| Προστακτική | — | έχε σιαγμένο / σιάζε / σιάξε, σιάχ' | — | — | σιάζετε / σιάξτε, σιάχτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σιάχτηκασιάζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →