Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιαλικός

/si.a.liˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το σάλιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιαλικός < ελληνιστική κοινή σιαλικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιαλικόςσιαλικήσιαλικό
Γενικήσιαλικούσιαλικήςσιαλικού
Αιτιατικήσιαλικόσιαλικήσιαλικό
Κλητικήσιαλικέσιαλικήσιαλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιαλικοίσιαλικέςσιαλικά
Γενικήσιαλικώνσιαλικώνσιαλικών
Αιτιατικήσιαλικούςσιαλικέςσιαλικά
Κλητικήσιαλικοίσιαλικέςσιαλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →