Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιαλώδης

/si.aˈlo.ðis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. όμοιος ή γεμάτος με σάλια Βικιλεξικό
    • τὰ κράσπεδα ὅλης τῆς ἀκτῆς φιλοῦσι μὲ ὑγρά, σιαλώδη, μεθυσμένα φιλήματα, μὲ ἀγρίους πόθους καὶ μὲ ἐξάλλους ὁρμάς, μαῦρα καὶ γαλανὰ τὰ κύματα. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα Δαιμόνια στο ρέμα, 1900)

Ετυμολογία

σιαλώδης < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σιαλώδης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιαλώδηςσιαλώδηςσιαλώδες
Γενικήσιαλώδουςσιαλώδουςσιαλώδους
Αιτιατικήσιαλώδησιαλώδησιαλώδες
Κλητικήσιαλώδη / σιαλώδηςσιαλώδηςσιαλώδες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιαλώδειςσιαλώδειςσιαλώδη
Γενικήσιαλωδώνσιαλωδώνσιαλωδών
Αιτιατικήσιαλώδειςσιαλώδειςσιαλώδη
Κλητικήσιαλώδειςσιαλώδειςσιαλώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →