σιαμέζικος
•
- που έχει σχέση με το Σιάμ ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιαμέζικος < Σιάμ + -έζικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σιαμέζικος | σιαμέζικη | σιαμέζικο |
| Γενική | σιαμέζικου | σιαμέζικης | σιαμέζικου |
| Αιτιατική | σιαμέζικο | σιαμέζικη | σιαμέζικο |
| Κλητική | σιαμέζικε | σιαμέζικη | σιαμέζικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σιαμέζικοι | σιαμέζικες | σιαμέζικα |
| Γενική | σιαμέζικων | σιαμέζικων | σιαμέζικων |
| Αιτιατική | σιαμέζικους | σιαμέζικες | σιαμέζικα |
| Κλητική | σιαμέζικοι | σιαμέζικες | σιαμέζικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →