Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιαμέζικος

/si.aˈme.zi.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το Σιάμ ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιαμέζικος < Σιάμ + -έζικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιαμέζικοςσιαμέζικησιαμέζικο
Γενικήσιαμέζικουσιαμέζικηςσιαμέζικου
Αιτιατικήσιαμέζικοσιαμέζικησιαμέζικο
Κλητικήσιαμέζικεσιαμέζικησιαμέζικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιαμέζικοισιαμέζικεςσιαμέζικα
Γενικήσιαμέζικωνσιαμέζικωνσιαμέζικων
Αιτιατικήσιαμέζικουςσιαμέζικεςσιαμέζικα
Κλητικήσιαμέζικοισιαμέζικεςσιαμέζικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →