σιαμαίος
•
- που μένει στο Σιάμ ή κατάγεται απ’ αυτό Βικιλεξικό
- αδελφός που έχει γεννηθεί ενωμένος σε κάποιο σημείο του σώματός του με τον δίδυμο αδελφό του Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηστενός κι αχώριστος με κάποιον άλλο φίλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
1. σιαμαίος < Σιάμ + -αίος : 2,3. σιαμαίος < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική siamois
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σιαμαίος | σιαμαία | σιαμαίο |
| Γενική | σιαμαίου | σιαμαίας | σιαμαίου |
| Αιτιατική | σιαμαίο | σιαμαία | σιαμαίο |
| Κλητική | σιαμαίε | σιαμαία | σιαμαίο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σιαμαίοι | σιαμαίες | σιαμαία |
| Γενική | σιαμαίων | σιαμαίων | σιαμαίων |
| Αιτιατική | σιαμαίους | σιαμαίες | σιαμαία |
| Κλητική | σιαμαίοι | σιαμαίες | σιαμαία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →