σιγάζω
•
- κάνω κάποιον να μείνει ήσυχος Βικιλεξικό
- ανακουφίζω, καταπραΰνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιγάζω < αρχαία ελληνική σιγάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σιγάζω | σιγάζεις | σιγάζει | σιγάζουμε | σιγάζετε | σιγάζουν / σιγάζουνε |
| Παρατατικός | σίγαζα | σίγαζες | σίγαζε | σιγάζαμε | σιγάζατε | σίγαζαν / σιγάζαν / σιγάζανε |
| Αόριστος | σίγασα | σίγασες | σίγασε | σιγάσαμε | σιγάσατε | σίγασαν / σιγάσαν / σιγάσανε |
| Μέλλοντας | θα σιγάζω / θα σιγάσω | θα σιγάζεις / θα σιγάσεις | θα σιγάζει / θα σιγάσει | θα σιγάζουμε / θα σιγάσουμε | θα σιγάζετε / θα σιγάσετε | θα σιγάζουν / θα σιγάζουνε / θα σιγάσουν / θα σιγάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σιγάσει | έχεις σιγάσει | έχει σιγάσει | έχουμε σιγάσει | έχετε σιγάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σιγάσει | είχες σιγάσει | είχε σιγάσει | είχαμε σιγάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σιγάσει / να σιγάζω / να σιγάσω | να έχεις σιγάσει / να σιγάζεις / να σιγάσεις | να έχει σιγάσει / να σιγάζει / να σιγάσει | να έχουμε σιγάσει / να σιγάζουμε / να σιγάσουμε | να έχετε σιγάσει / να σιγάζετε / να σιγάσετε | να σιγάζουν / να σιγάζουνε / να σιγάσουν / να σιγάσουνε |
| Προστακτική | — | σίγαζε / σίγασε | — | — | σιγάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σιγάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →