σιγμός
•
- συριγμός, τραχύς συνεχής ήχος Βικιλεξικό
- ιατρικά αναφέρεται στον ήχο που προκαλείται κατά την αναπνευστική προπάθεια σε περίπτωση απόφραξης του ανώτερου αναπνευστικού (αεραγωγός) πχ πνιγμονή από ξένο σώμα (φαγητό) , σε αντίθεση με τον συριγμό (=σφύριγμα) που αναφέρεται σε απόφραξη κατώτερου αναπνευστικού πχ άσθμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιγμός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σιγμός | σιγμοί |
| Γενική | σιγμού | σιγμών |
| Αιτιατική | σιγμό | σιγμούς |
| Κλητική | σιγμέ | σιγμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →