σιγοβράζω
•
- για φαγητόβράζω σε χαμηλή φωτιά Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιακατέχομαι από θυμό αλλά δεν ξεσπάω φανερά Βικιλεξικό
- μεταφορικάγια εξέλιξη που προς το παρόν δεν γίνεται άμεσα αντιληπτή, δεν αποκλείεται όμως να οδηγήσει σε ένα ξέσπασμα, έκρηξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιγοβράζω < σιγά + βράζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σιγοβράζω | σιγοβράζεις | σιγοβράζει | σιγοβράζουμε | σιγοβράζετε | σιγοβράζουν / σιγοβράζουνε |
| Παρατατικός | σιγόβραζα | σιγόβραζες | σιγόβραζε | σιγοβράζαμε | σιγοβράζατε | σιγοβράζαν / σιγοβράζανε / σιγόβραζαν |
| Αόριστος | σιγόβρασα | σιγόβρασες | σιγόβρασε | σιγοβράσαμε | σιγοβράσατε | σιγοβράσαν / σιγοβράσανε / σιγόβρασαν |
| Μέλλοντας | θα σιγοβράζω / θα σιγοβράσω | θα σιγοβράζεις / θα σιγοβράσεις | θα σιγοβράζει / θα σιγοβράσει | θα σιγοβράζουμε / θα σιγοβράσουμε | θα σιγοβράζετε / θα σιγοβράσετε | θα σιγοβράζουν / θα σιγοβράζουνε / θα σιγοβράσουν / θα σιγοβράσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σιγοβράσει | έχεις σιγοβράσει | έχει σιγοβράσει | έχουμε σιγοβράσει | έχετε σιγοβράσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σιγοβράσει | είχες σιγοβράσει | είχε σιγοβράσει | είχαμε σιγοβράσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σιγοβράσει / να σιγοβράζω / να σιγοβράσω | να έχεις σιγοβράσει / να σιγοβράζεις / να σιγοβράσεις | να έχει σιγοβράσει / να σιγοβράζει / να σιγοβράσει | να έχουμε σιγοβράσει / να σιγοβράζουμε / να σιγοβράσουμε | να έχετε σιγοβράσει / να σιγοβράζετε / να σιγοβράσετε | να σιγοβράζουν / να σιγοβράζουνε / να σιγοβράσουν / να σιγοβράσουνε |
| Προστακτική | — | σιγόβραζε / σιγόβρασε | — | — | σιγοβράζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σιγοβράστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →