σιγοντάρισμα
•
- μουσικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σιγοντάρω Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: σεγκοντάρισμα, σεκοντάρισμα, σεγοντάρισμα
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σιγοντάρω Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του σιγοντάρω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιγοντάρισμα < σιγοντάρω + -ισμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σιγοντάρισμα | σιγονταρίσματα |
| Γενική | σιγονταρίσματος | σιγονταρισμάτων |
| Αιτιατική | σιγοντάρισμα | σιγονταρίσματα |
| Κλητική | σιγοντάρισμα | σιγονταρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →