σιγοτραγουδάω
•
- τραγουδάω χαμηλόφωνα, σιγανά, με σιγανή φωνή ή ψιθυριστά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιγοτραγουδάω < σιγο- στη σημασία: όχι δυνατά + τραγουδάω
Άλλοι τύποι
=σιγοτραγούδησασιγοτραγουδήθηκασιγοτραγουδιέμαισιγοτραγουδισμένοςσιγοτραγουδώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →