σιγουρεύω
•
- βάζω κάτι σε ασφαλές μέρος Βικιλεξικό
- επιβεβαιώνω ή εξασφαλίζω κάτι, προσπαθώντας να προλάβω κάποια πιθανή αρνητική τροπή (βλέπε και σιγουρεύομαι) Βικιλεξικό
- την έκλεισα φεύγοντας την εξώπορτα, αλλά για να το σιγουρέψω, θα γυρίσω πίσω να ξανακοιτάξω
Ετυμολογία
σιγουρεύω < σίγουρος + -εύω < μεσαιωνική ελληνική σιγούρος < σεγούρος < βενετικά seguro < λατινικά securus < se- (στερητικό) + cura (: έγνοια, φροντίδα)
Άλλοι τύποι
σιγουρέψωσιγουρεμένοςσιγουρεύομαισιγούρευασιγούρεψα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →