σιδέρωμα
•
- η αφαίρεση πτυχών από ύφασμα με τη χρήση σίδερου Βικιλεξικό
- κατασκευέςη εργασία τοποθέτησης μεταλλικών ράβδων στα καλούπια για μπετόν αρμέ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιδέρωμα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σιδέρωμα | σιδερώματα |
| Γενική | σιδερώματος | σιδερωμάτων |
| Αιτιατική | σιδέρωμα | σιδερώματα |
| Κλητική | σιδέρωμα | σιδερώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →