σιδερένιος
•
- που είναι φτιαγμένος από σίδερο Βικιλεξικό
- σιδερένιες καγκελόπορτες
- Σιδερένιος θώρακας (ὕψος προσθίου μέρους ἀπὸ τὸ μέσον τοῦ λαιμοῦ 0,45 μ., μέγ. πλ. 0,38 μ., ἐλ. πλ. 0,33 μ.). Ἦταν σπασμένος, ἰδίως στὸ κάτω μέρος του καὶ στὸ ἐπιρράχιο (ὕψ. 0,55 μ.), καθὼς καὶ σὲ ἄλλα μέρη (Ἀρχαιολογικὰ Ἀνάλεκτα Ἐξ Ἀθήνων, Υπουργείο Τουρισμού και Επιστημών, σελ. 10, 1980)
- μεταφορικάπου είναι εξαιρετικά γερός, δυνατός, αλύγιστος, σκληρός, υγιής Βικιλεξικό
- σιδερένιο χέρι με βελούδινο γάντι
- μια νεαρή νοσοκόμα, σταμάτησε μπροστά μας, έδειχνε μαγεμένη, σήκωσε τον Κάρολο στην αγκαλιά, «Καλέ τι όμορφο παιδί, φτου σου, σιδερένιος!». (Σπύρος Τσακνιάς, Επί τα ίχνη: κριτικά κείμενα 1985-1988, εκδ. Σοκόλη, 1990, σελ. 138)
- μεταφορικάπου είναι εξαιρετικά αποφασιστικός Βικιλεξικό
- είχε σιδερένια θέληση, γι' αυτό και τελικά πέτυχε το σκοπό του
Ετυμολογία
σιδερένιος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σιδερένιος < σίδερ(ον) (σίδερ(ο)) + -ένιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σιδερένιος | σιδερένια | σιδερένιο |
| Γενική | σιδερένιου | σιδερένιας | σιδερένιου |
| Αιτιατική | σιδερένιο | σιδερένια | σιδερένιο |
| Κλητική | σιδερένιε | σιδερένια | σιδερένιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σιδερένιοι | σιδερένιες | σιδερένια |
| Γενική | σιδερένιων | σιδερένιων | σιδερένιων |
| Αιτιατική | σιδερένιους | σιδερένιες | σιδερένια |
| Κλητική | σιδερένιοι | σιδερένιες | σιδερένια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →