σιδερίτης
•
- βοτανικήτσάι του βουνού Βικιλεξικό
- βοτανικήποικιλία σταφυλιού όψιμης ωρίμανσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιδερίτης < μεσαιωνική ελληνική σιδερίτης < αρχαία ελληνική σίδηρος # σιδερίτης < ελληνιστική κοινή σιδηρῖτις < αρχαία ελληνική σίδηρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σιδερίτης | σιδερίτες |
| Γενική | σιδερίτη | σιδεριτών |
| Αιτιατική | σιδερίτη | σιδερίτες |
| Κλητική | σιδερίτη | σιδερίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →