Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιδεροκέφαλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικά, αυτός που έχει κεφάλι από σίδερο, άθραυστο Βικιλεξικό
  2. λέγεται σαν ευχή, ιδιαίτερα σε άνθρωπο που αρχίζει την καριέρα του ή σε νέα εργασία / καθήκοντα Βικιλεξικό
    • Τελικά, όλοι οι τιμωρημένοι ψήφισαν τον Καζανά, ο οποίος εκλέχθηκε αρχηγός μόλις με μία ψήφο διαφορά από το Νίκο. ... Ευχηθήκαμε όλοι στον Καζανά «καλορίζικος» και «σιδεροκέφαλος». Αυτός καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι. (Δημήτρης Σπύρου, Η μουσική που σταμάτησε τον πετροπόλεμο, 2013 https://books.google.gr/books?id=ypZMDAAAQBAJ&lpg=PT64&dq=%CE%A3%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%AD%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82&pg=PT64#v=onepage&q=%CE%A3%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%AD%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82&f=false)
  3. που είναι σε πολύ καλή υγεία και σωματική κατάσταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιδεροκέφαλος < σιδερο- + -κέφαλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιδεροκέφαλοςσιδεροκέφαλησιδεροκέφαλο
Γενικήσιδεροκέφαλουσιδεροκέφαληςσιδεροκέφαλου
Αιτιατικήσιδεροκέφαλοσιδεροκέφαλησιδεροκέφαλο
Κλητικήσιδεροκέφαλεσιδεροκέφαλησιδεροκέφαλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιδεροκέφαλοισιδεροκέφαλεςσιδεροκέφαλα
Γενικήσιδεροκέφαλωνσιδεροκέφαλωνσιδεροκέφαλων
Αιτιατικήσιδεροκέφαλουςσιδεροκέφαλεςσιδεροκέφαλα
Κλητικήσιδεροκέφαλοισιδεροκέφαλεςσιδεροκέφαλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →