σιδερότυπο
•
- υλικό (συνήθως ειδικό χαρτί) που φέρει σχέδιο, το οποίο εκτυπώνεται σε ύφασμα με θερμική μέθοδο· (κατ’ επέκταση) το ίδιο σχέδιο που εκτυπώνεται, η θερμομεταφερόμενη στάμπα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιδερότυπο < σιδερό- + -τυπο < (ηλεκτρικό) σίδερο + τυπώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σιδερότυπο | σιδερότυπα |
| Γενική | σιδεροτύπου / σιδερότυπου | σιδεροτύπων / σιδερότυπων |
| Αιτιατική | σιδερότυπο | σιδερότυπα |
| Κλητική | σιδερότυπο | σιδερότυπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →