σιδερόφραχτος
•
- που έχει (μεγάλη και βαριά) πανοπλία Βικιλεξικό
- μεταφορικάπάνοπλος, βαριά οπλισμένος Βικιλεξικό
- Η παραχώρηση της περιοχής ήταν ένα «δώρο» του Χίτλερ στον Βούλγαρο τσάρο Βόρις, για τη βοήθεια που του είχε προσφέρει ο τελευταίος στην κατάληψη από τις σιδερόφραχτες στρατιές του Γʹ Ράιχ, της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας. (enet.gr εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 2/10/2011])
Ετυμολογία
σιδερόφραχτος < (καθαρεύουσα) σιδηρόφρακτος με προσαρμογή στη δημοτική με τροπή [kt] > [xt] < σίδηρος σιδηρό- > σιδερό- + (φράσσω) -φρακτος κατά το κατάφρακτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σιδερόφραχτος | σιδερόφραχτη | σιδερόφραχτο |
| Γενική | σιδερόφραχτου | σιδερόφραχτης | σιδερόφραχτου |
| Αιτιατική | σιδερόφραχτο | σιδερόφραχτη | σιδερόφραχτο |
| Κλητική | σιδερόφραχτε | σιδερόφραχτη | σιδερόφραχτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σιδερόφραχτοι | σιδερόφραχτες | σιδερόφραχτα |
| Γενική | σιδερόφραχτων | σιδερόφραχτων | σιδερόφραχτων |
| Αιτιατική | σιδερόφραχτους | σιδερόφραχτες | σιδερόφραχτα |
| Κλητική | σιδερόφραχτοι | σιδερόφραχτες | σιδερόφραχτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →