σιδερόχορτο
•
- φυτόπου φύεται σε πετρώδη εδάφη Βικιλεξικό
- το σιδερόχορτο τρυγάν, τ' αντίψυχο μαζώνουν,
- τα μαγιοβότανα πιοτά, για κέρασμα, ρουφάμε
- Κωστής Παλαμάς, Η φλογέρα του Βασιλιά, 1920
Ετυμολογία
σιδερόχορτο < σιδερό- + χόρτο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σιδερόχορτο | σιδερόχορτα |
| Γενική | σιδερόχορτου | σιδερόχορτων |
| Αιτιατική | σιδερόχορτο | σιδερόχορτα |
| Κλητική | σιδερόχορτο | σιδερόχορτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →