σιδηροδρομικός
•
- επάγγελμαυπάλληλος σιδηροδρόμων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιδηροδρομικός < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου σιδηροδρομικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σιδηροδρομική / σιδηροδρομικός / σιδηροδρομικό | σιδηροδρομικές / σιδηροδρομικοί / σιδηροδρομικά |
| Γενική | σιδηροδρομικής / σιδηροδρομικού / σιδηροδρομικού | σιδηροδρομικών / σιδηροδρομικών / σιδηροδρομικών |
| Αιτιατική | σιδηροδρομική / σιδηροδρομικό / σιδηροδρομικό | σιδηροδρομικές / σιδηροδρομικούς / σιδηροδρομικά |
| Κλητική | σιδηροδρομική / σιδηροδρομικέ / σιδηροδρομικό | σιδηροδρομικές / σιδηροδρομικοί / σιδηροδρομικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →