Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιδηροδρομικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαυπάλληλος σιδηροδρόμων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιδηροδρομικός < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου σιδηροδρομικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσιδηροδρομική / σιδηροδρομικός / σιδηροδρομικόσιδηροδρομικές / σιδηροδρομικοί / σιδηροδρομικά
Γενικήσιδηροδρομικής / σιδηροδρομικού / σιδηροδρομικούσιδηροδρομικών / σιδηροδρομικών / σιδηροδρομικών
Αιτιατικήσιδηροδρομική / σιδηροδρομικό / σιδηροδρομικόσιδηροδρομικές / σιδηροδρομικούς / σιδηροδρομικά
Κλητικήσιδηροδρομική / σιδηροδρομικέ / σιδηροδρομικόσιδηροδρομικές / σιδηροδρομικοί / σιδηροδρομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

σιδηροδρομικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το σιδηρόδρομο Βικιλεξικό
    • σιδηροδρομικοί υπάλληλοι, σιδηροδρομική γραμμή

Ετυμολογία

σιδηροδρομικός < σιδηρόδρομος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιδηροδρομικόςσιδηροδρομικήσιδηροδρομικό
Γενικήσιδηροδρομικούσιδηροδρομικήςσιδηροδρομικού
Αιτιατικήσιδηροδρομικόσιδηροδρομικήσιδηροδρομικό
Κλητικήσιδηροδρομικέσιδηροδρομικήσιδηροδρομικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιδηροδρομικοίσιδηροδρομικέςσιδηροδρομικά
Γενικήσιδηροδρομικώνσιδηροδρομικώνσιδηροδρομικών
Αιτιατικήσιδηροδρομικούςσιδηροδρομικέςσιδηροδρομικά
Κλητικήσιδηροδρομικοίσιδηροδρομικέςσιδηροδρομικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →