σιδηροπενικός
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με τη σιδηροπενία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιδηροπενικός < σιδηροπενία + -ικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική sidéropénie < αρχαία ελληνική σίδηρος + πενία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σιδηροπενικός | σιδηροπενική | σιδηροπενικό |
| Γενική | σιδηροπενικού | σιδηροπενικής | σιδηροπενικού |
| Αιτιατική | σιδηροπενικό | σιδηροπενική | σιδηροπενικό |
| Κλητική | σιδηροπενικέ | σιδηροπενική | σιδηροπενικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σιδηροπενικοί | σιδηροπενικές | σιδηροπενικά |
| Γενική | σιδηροπενικών | σιδηροπενικών | σιδηροπενικών |
| Αιτιατική | σιδηροπενικούς | σιδηροπενικές | σιδηροπενικά |
| Κλητική | σιδηροπενικοί | σιδηροπενικές | σιδηροπενικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →