Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιδηροπενικός

/si.ði.ɾo.pe.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με τη σιδηροπενία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιδηροπενικός < σιδηροπενία + -ικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική sidéropénie < αρχαία ελληνική σίδηρος + πενία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιδηροπενικόςσιδηροπενικήσιδηροπενικό
Γενικήσιδηροπενικούσιδηροπενικήςσιδηροπενικού
Αιτιατικήσιδηροπενικόσιδηροπενικήσιδηροπενικό
Κλητικήσιδηροπενικέσιδηροπενικήσιδηροπενικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιδηροπενικοίσιδηροπενικέςσιδηροπενικά
Γενικήσιδηροπενικώνσιδηροπενικώνσιδηροπενικών
Αιτιατικήσιδηροπενικούςσιδηροπενικέςσιδηροπενικά
Κλητικήσιδηροπενικοίσιδηροπενικέςσιδηροπενικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →