Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιδηροτροχιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. τα σιδερένια ράγα για μεταφορικό μέσο (π.χ. τρένο) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιδηροτροχιά < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσιδηροτροχιάσιδηροτροχιές
Γενικήσιδηροτροχιάςσιδηροτροχιών
Αιτιατικήσιδηροτροχιάσιδηροτροχιές
Κλητικήσιδηροτροχιάσιδηροτροχιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →