σιδηρουργικός
•
- σχετικός με τον σιδηρουργό και τη σιδηρουργία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιδηρουργικός < σιδηρουργός + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σιδηρουργικός | σιδηρουργική | σιδηρουργικό |
| Γενική | σιδηρουργικού | σιδηρουργικής | σιδηρουργικού |
| Αιτιατική | σιδηρουργικό | σιδηρουργική | σιδηρουργικό |
| Κλητική | σιδηρουργικέ | σιδηρουργική | σιδηρουργικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σιδηρουργικοί | σιδηρουργικές | σιδηρουργικά |
| Γενική | σιδηρουργικών | σιδηρουργικών | σιδηρουργικών |
| Αιτιατική | σιδηρουργικούς | σιδηρουργικές | σιδηρουργικά |
| Κλητική | σιδηρουργικοί | σιδηρουργικές | σιδηρουργικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →