Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιδηρουργικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον σιδηρουργό και τη σιδηρουργία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιδηρουργικός < σιδηρουργός + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιδηρουργικόςσιδηρουργικήσιδηρουργικό
Γενικήσιδηρουργικούσιδηρουργικήςσιδηρουργικού
Αιτιατικήσιδηρουργικόσιδηρουργικήσιδηρουργικό
Κλητικήσιδηρουργικέσιδηρουργικήσιδηρουργικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιδηρουργικοίσιδηρουργικέςσιδηρουργικά
Γενικήσιδηρουργικώνσιδηρουργικώνσιδηρουργικών
Αιτιατικήσιδηρουργικούςσιδηρουργικέςσιδηρουργικά
Κλητικήσιδηρουργικοίσιδηρουργικέςσιδηρουργικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →