Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιδηρούχος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για ουσίαπου περιέχει σίδηρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιδηρούχος < σίδηρ(ος) + -ούχος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιδηρούχοςσιδηρούχασιδηρούχο
Γενικήσιδηρούχουσιδηρούχαςσιδηρούχου
Αιτιατικήσιδηρούχοσιδηρούχασιδηρούχο
Κλητικήσιδηρούχεσιδηρούχασιδηρούχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιδηρούχοισιδηρούχεςσιδηρούχα
Γενικήσιδηρούχωνσιδηρούχωνσιδηρούχων
Αιτιατικήσιδηρούχουςσιδηρούχεςσιδηρούχα
Κλητικήσιδηρούχοισιδηρούχεςσιδηρούχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →