Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιενίτης

/si.eˈni.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ορυκτολογίαείδος πετρώματος (γρανίτη ή αστρίου) Βικιλεξικό
    • Τέλος, έχουμε τους άστριους, και πιο συγκεκριμένα το νεφελοσιενίτη. Ο νεφελινικός σιενίτης χρησιμοποιείται στην κατασκευή γυαλιού (κύρια χρήση), λόγω της περιεκτικότητάς του σε Na2O, K2O, SiO2. (pdf @lib.uipi.gr)

Ετυμολογία

σιενίτης < (λόγιο δάνειο) αγγλική sienite (απλοποιημένη γραφή) < syenite < λατινική Syenites < ελληνιστική κοινή Συηνίτης < αρχαία ελληνική Συήν(η) (το σύγχρονο Ασουάν) της Αιγύπτου + -ites > -ίτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσιενίτηςσιενίτες
Γενικήσιενίτησιενιτών
Αιτιατικήσιενίτησιενίτες
Κλητικήσιενίτησιενίτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →