Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σικ

/ˈsik/επίθετο
•
  1. κομψός, καλοντυμένος με γούστο, στιλάτος Βικιλεξικό
    • Ευτυχώς όμως ευρέθηκε μπροστά μου ένας κύριος πολύ σικ και καθώς πρέπει και με έσωσε. (Δημήτρης Ψαθάς (1939) Μαντάμ Σουσού [μυθιστόρημα])

Ετυμολογία

σικ < (λόγιο δάνειο) γαλλική chic

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

σικ

/ˈsik/επίρρημα
•
  1. γραφή με ελληνικά γράμματα του sic (λατινικά) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σικ: → δείτε τη λέξη sic

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →