σιμότητα
•
- λόγιοτο να είναι κάποιος σιμός, η ιδιότητα του σιμού Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςη κυρτότητα του καταστρώματος ενός πλοίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιμότητα < αρχαία ελληνική σιμότης < σιμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σιμότητα | σιμότητες |
| Γενική | σιμότητας | σιμοτήτων |
| Αιτιατική | σιμότητα | σιμότητες |
| Κλητική | σιμότητα | σιμότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →