σινάφι
•
- λαϊκότροποο κύκλος των ομοτέχνων, των ανθρώπων που ασχολούνται με την ίδια τέχνη ή το ίδιο επάγγελμα Βικιλεξικό
- μειωτικότο άτομα της ίδιας κοινωνικής ομάδας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σινάφι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική ? (esnaf) (τουρκική esnaf (τεχνίτης)) < αραβική أَصْنَاف (ʾaṣnāf), πληθυντικός του صِنْف (ṣinf, τάξη, κατηγορία) → δείτε και τη λέξη ισνάφι : ή απευθείας < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική صنف (sınıf, τάξη, κατηγορία) < αραβική صِنْف (ṣinf)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σινάφι | σινάφια |
| Γενική | σιναφιού | σιναφιών |
| Αιτιατική | σινάφι | σινάφια |
| Κλητική | σινάφι | σινάφια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →